Η κρίση στην Ευρώπη και η Λε Πεν στα ύψη…
Μετά από μία προεκλογική περίοδο -βαρετή κατά πολλούς, με πλήρη έλλειψη οραματικού λόγου από τους πρωταγωνιστές, χωρίς “πιπεράτες” εμφανίσεις και απρόοπτα- αλλά με την κρίση, τόσο στην Γαλλία, όσο και στο σύνολο της ευρωζώνης, να καθορίζει κάθε λέξη των υποψηφίων και να κρίνει την ψήφο των πολιτών, η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε νέα δεδομένα, που δεν κατάφεραν να προβλέψουν σε πολλές περιπτώσεις ούτε οι δημοσκοπήσεις.
Δεδομένο πρώτο: μετά από 17 χρόνια η προοπτική τα Ηλύσια Πεδία να αποκτήσουν και πάλι ένοικο από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, επιστρέφει πιο δυναμικά από ποτέ. Μετά τον Φρανσουά Μιτεράν, το 1995, οι Γάλλοι σοσιαλιστές βλέπουν τον ηγέτη τους Φρανσουά Ολάντ να έρχεται πρώτος στον πρώτο γύρο, κερδίζονται την πρωτιά ακόμα και στην “Μέκκα” του γαλλικού αστικού μύθου, το Παρίσι.
Δεδομένο δεύτερο: για πρώτη φορά από το 1981, ένας εν ενεργεία Πρόεδρος, ο Νικολά Σαρκοζύ, δεν κατορθώνει να εξασφαλίσει την πρώτη θέση και κατατάσσεται δεύτερος στον πρώτο γύρο των εκλογών, με τις δημοσκοπήσεις εναντίον του και για τον δεύτερο και καθοριστικό γύρο. Οι λόγοι πολλοί: η κρίση, που γίνεται όλο και πιο έντονη στη χώρα, ο εφιάλτης της ανεργίας, που χτυπά τους Γάλλους και πρωτίστως τους νέους, η απογοήτευση για τα έργα και τις ημέρες ενός πολιτικού, που όπως έλεγε ένας Γάλλος αναλυτής, δεν κατάλαβε ποτέ ότι δεν είναι απλώς ένας υπουργός, αλλά ένας πρόεδρος. Και στην Γαλλία ο πρόεδρος -σημείωνε- καλείται να είναι ταυτόχρονα ότι η Βασίλισσα και ο πρωθυπουργός στην Βρετανία…και ο κύριος Σαρκοζύ, τα πήγε καλά ως πρωθυπουργός, αλλά χάλια ως “Βασίλισσα”.
Δεδομένο τρίτο και σημαντικότερο: η άκρα δεξιά επιστρέφει δριμύτερη από ποτέ στην Γαλλία. Και αυτή την φορά, δεν είναι το κύμα μεταναστών, που την φέρνει στην τρίτη θέση με το “θηριώδες” 18-19%, αλλά η οικονομική κρίση. Ενας στους τέσσερις νέους, αλλά και το 30% των ψηφοφόρων, που προέρχονται από την εργατική τάξη, έδωσαν την ψήφο τους στην Μαρίν Λεπέν. Ούτε οι υψηλοί τόνοι του Νικολά Σαρκοζύ για το μεταναστευτικό, ούτε η ρητορική της Λεπέν ακόμη και περί εξόδου της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή Ενωση, που σε άλλους καιρούς θα έμοιαζε με κακόγουστο αστείο στη χώρα, κατόρθωσαν να βάλουν φρένο στην άνοδό της. Η κόρη του ιδρυτή του Εθνικού Μετώπου μπορεί να δυσκολεύθηκε να συγκεντρώσει τις 500 απαιτούμενες υπογραφές για να θέσει υποψηφιότητα, κατάφερε εύκολα, ωστόσο, να ξεπεράσει το 16,8%, που ο Ζαν Μαρί Λεπέν είχε συγκεντρώσει το 2002, όταν άφησε εκτός δεύτερου γύρου τον σοσιαλιστή Ζοσπέν, προκαλώντας σοκ και κάνοντας την άκρα δεξιά υπολογίσιμη δύναμη και “φόβητρο” στην Γαλλία.
Δεδομένο τέταρτο: η αριστερά, για μια ακόμη φορά, δεν κατάφερε την “ανατροπή”, με τον Ζαν Λουκ Μελανσόν να συγκεντρώνει το αξιοπρεπές, άλλα όχι ποσοστό έκπληξη, του 10-11%.
Για την ώρα, οι μονομάχοι της 6ης Μαίου στρέφουν το ενδιαφέρον τους στην αναμέτρηση μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, το ντιμπέιτ, αλλά και το “μοιρασμα” των ψηφοφόρων. Εξι στους 10 που επέλεξαν την Λεπέν εκτιμάται ότι θα ψηφίσουν Ζαρκοζύ, όπως 8 στους 10 του Μελανσόν θα στηρίξουν Ολάντ. Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το αν οι γαλλικές εκλογές θα σηματοδοτήσουν ευρύτερες αλλαγές στον ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων απομένει να φανεί και θα χρειαστεί χρόνος γι’ αυτό. Ο Φρανσουά Ολάντ στήριξε το προεκλογικό του πρόγραμμα στην ανάγκη να υπάρξει ανάπτυξη κόντρα στην λιτότητα και στις σαφείς διαχωριστικές γραμμές με την Γερμανία της Ανγκελα Μέρκελ. Στο Παρίσι, αρκετοί αναρωτιούνται στην περίπτωση, που τελικά εκλεγεί πρόεδρος αν θα συνεχίζει την παράδοση, που θέλει το πρώτο ταξίδι να γίνεται συμβολικά στην Γερμανία. Μετά και τις γαλλικές βουλευτικές εκλογές, ωστόσο, θα γίνει ξεκάθαρο αν τελικά ο κ.Ολάντ έχει όχι μόνο διαφορετική πρόταση, αλλά και τρόπο να δημιουργήσει μια διαφορετική απάντηση στην ευρωπαϊκή κρίση, όπως ισχυρίζεται. Αν την 6η Μαϊου ανατραπούν όλα τα προγνωστικά και ο Νικολά Σαρκοζύ βγει νικητής, τότε θα είναι μία από τις μεγαλύτερες διαψεύσεις των δημοσκόπων. Όπως και να τελειώσει το γαλλικό θρίλερ, πάντως, το γεγονός ότι 2 στους δέκα Γάλλους επέλεξαν ως εναλλακτική μιας επώδυνης πραγματικότητας την άκρα δεξιά, θα αποτελεί την απόδειξη αποτυχίας των πολιτικών, που επελέγησαν και εφαρμόστηκαν έως τώρα.